Ελληνική Σχολή Ομόδους (1796-1918)

Οι κάτοικοι του Ομόδους, εκτός από τα αμπέλια, καλλιεργούσαν σε μεγάλο βαθμό και τα Γράμματα.  Λειτούργησαν στην κοινότητά τους, γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα, Ελληνική Σχολή, σε μια περίοδο που οι περισσότερες πόλεις της Κύπρου δεν είχαν εκπαιδευτήρια.

Ιδρυτής της πρώτης Ελληνικής Σχολής Ομόδους, η οποία λειτούργησε το 1796 ήταν ο Ομοδίτης Κλήμης Ασημίδης, για τον οποίο δεν έχουμε πολλές πληροφορίες.  Είχε αδερφό τον Νικόλαο Ασημίδη Μοδινό ή και Μηλιώτη, αφού ο πατέρας τους καταγόταν από το μικρό χωριό Μηλιού της επαρχίας Πάφου και κατ΄ άλλους από το νησί Μήλος.  Στο Όμοδος πήγε να εργαστεί, γιατί ήταν εξαιρετικός λεπτουργός (ξυλογλύπτης).  Η φήμη του ως λεπτουργού οδηγεί στη κυκλαδίτικη καταγωγή του, αφού οι Τέχνες στον Ελλαδικό ηπειρωτικό και νησιώτικο χώρο άκμασαν περισσότερο, από ότι στην Κύπρο. Ακόμα και το επώνυμό του ΄΄Ασημίδης΄΄ παραπέμπει σε ελλαδική, παρά κυπριακή καταγωγή. Ο Νικόλαος Ασημίδης από το γάμο του απέκτησε τέσσερα παιδιά: Τον αοίδιμο Μητροπολίτη Κιτίου Μελέτιο Μοδινό, ο οποίος αρχιεράτευσε στον Κιτιακό θρόνο γι΄ αρκετό καιρό, μέχρι το 1865, τον Γεώργιο Ασημίδη Μοδινό,  ο οποίος ήταν και ο γενάρχης της πατριαρχικής οικογένειας των Μοδινών, τη Χριστίνα, μητέρα του Χριστόδουλου Ιωαννίδη, τρόφιμου του Εθνικού Πανεπιστημίου, ο οποίος για μια πενηνταετία δίδαξε ευδόκιμα στην Ελληνική Σχολή Λευκωσίας, και τη Ροδοδάφνη ή Αροδαφνούν, η οποία είχε ένα μοναχογιό, τον Έκτωρα Χριστοδουλίδη, άνδρα μορφωμένο, γνώστη της Ιταλικής και Γαλλικής γλώσσας και μοναδικό ευφυολόγο, ο οποίος αργότερα ιερώθηκε και μετονομάστηκε Θεόδωρος.

Ο Κλήμης Ασημίδης δίδαξε στη Σχολή Ομόδους από το 1796 μέχρι το 1808, οπότε μετέβηκε στα Ιεροσόλυμα, στη Θεολογική Σχολή του Σταυρού των Ιβήρων.

Η Σχολή Ομόδους, κατά μεγάλη πιθανότητα, ήταν η τρίτη σχολή που ιδρύθηκε στην Κύπρο στα τέλη του ΙΗ΄ αιώνα. Πρώτη φαίνεται να ήταν η Ανώτερη Ελληνική Σχολή Λάρνακας, η οποία λειτούργησε το 1733 με Διευθυντή τον Λαρνακέα Φιλόθεο Ιεροδιάκονο και δεύτερη η Σχολή Εφραίμ του Αθηναίου.

Του Κλήμη διασώθηκε μια υβριστική επιστολή κατά του Νικολάου, η οποία είναι καταχωρημένη στον Κώδικα της βιβλιοθήκης των Ιεροσολύμων με αριθμό 292. Η επιστολή έχει ως ακολούθως:

΄΄Κλήμης διδάσκαλος τῆς κατά τό Ὅμοδος σχολῆς Νικολάω τῶ δοκησισόφω εὖ φρονεῖν. Νοῦς ἀγεωμέτρητος ἀτετραγώνιστος.  Ἀτετραγώνιστος δέ ὧν πάντως καί ἀκύβευτος.  Τοιοῦτος δέ ὧν οὐδέποτε δύναται τάς ἐνεργείας τῆς ψυχῆς κατά λόγον σφαιρικόν προβαλεῖν.  Ἀλλ΄ ἀβαθής τε καί ἀπλανής ὧν φέρεται μηκυνόμενος, ὥσπερ τις γραμμή, κατά μίαν μόνην εὐθυβολίαν, οὐδέν ὑγιές περαίνων, οὐδ΄ ἄρτιον.΄΄

Του Νικολάου διασώθηκε μια γαμήλια ωδή που βρίσκεται στα ανέκδοτα έγγραφα του Κλήμη Καρναπά.

Τον Κλήμη διαδέχτηκε στη λειτουργία της Ελληνικής Σχολής Ομόδους, ο Νικόλαος Σπίννος ή Κουτσόπιννος, ο οποίος την διεύθυνε μέχρι το 1821.  Διδάσκαλος στη Σχολή, χρημάτισε και ο ηρωικός Οικονόμος της Μονής Τιμίου Σταυρού Ομόδους Δοσίθεος, ο οποίος δίδαξε σε αυτή από το 1810 μέχρι το 1821.

Στη Σχολή Ομόδους φοιτούσαν μαθητές από όλα τα μέρη της Κύπρου, συμπεριλαμβανομένης και της πρωτεύουσας. Η προοδευτικότητα και η φιλομάθεια των κατοίκων της κοινότητας Ομόδους στάθηκε η αφορμή, ώστε τα Ελληνικά και ιδιαίτερα τα Εκκλησιαστικά Γράμματα να μεταλαμπαδευτούν σε όλη την Κύπρο. Εκτός των ιδρυτών της Σχολής, σημαντική προσφορά στην άρτια λειτουργία της πρέπει να είχε  ο φιλόμουσος και φιλόπατρης ηγούμενος της Ιεράς Μονής Τιμίου Σταυρού Ομόδους, Δοσίθεος. Η λειτουργία της Σχολής αναστάληκε το 1821 κι επαναλειτούργησε κατά το 1834.

Μεταξύ των ετών 1850 και  1878, στη Σχολή δίδαξαν ο Διονύσιος Ζιάκας, ο Σοφοκλής Παυλίδης, ο οποίος δίδασκε και Γαλλικά, ο Ιωάννης Α. Γεωργιάδης, ο Κωνσταντίνος Τοφαρίδης από τη Λευκωσία, ο Τηλέμαχος από τη Λεμεσό, ο Θεοφύλακτος Αντωνίου από το Φοινί κaι οι Ομοδίτες Ηρόδοτος Μοδινός, Γιάννης Μοδινός και ο Παπαθεόδωρος.

Η διδασκαλία των μαθημάτων γινόταν σε ένα από τα δωμάτια του Μοναστηριού και φοιτούσαν τόσο μαθητές όσο και μαθήτριες.  Το πρώτο Παρθεναγωγείο στο Όμοδος ιδρύθηκε το 1880 και πρώτη δασκάλα που δίδαξε σε αυτό, ήταν η Κλειώ Παπίδου.

Τρόφιμοι της Σχολής υπήρξαν, μεταξύ άλλων, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Πανάρετος (1827 -1840), ο Κιτίου Μελέτιος Γ΄ Μοδινός, ο Πάφου Νεόφυτος όλοι Ομοδίτες, οι οποίοι έντιμα και θεοσεβώς διακυβέρνησαν τους αρχιερατικούς θρόνους του νησιού.  Άλλοι τρόφιμοι της Σχολής, επίσης Ομοδίτες, ήταν ο Αρχιμανδρίτης του αρχιεπισκοπικού θρόνου Μελέτιος Γ. Αγαθόβουλος, ο Αρχιμανδρίτης του Κιτιακού θρόνου και μετέπειτα Ηγούμενος Χρυσορρογιάτισσας Νικόδημος, κ.ά.

Από την Ελληνική Σχολή Ομόδους ξεπήδησαν αρκετοί άνθρωποι των Γραμμάτων, οι οποίοι τα μεταλαμπάδευσαν σε όλη την Κύπρο.  Μεταξύ αυτών ήταν ο Αρχιμανδρίτης Νικηφόρος Ευγενιάδης από το Όμοδος, ο οποίος υπήρξε μαθητής του Θεόφιλου Καΐρη και  διεύθυνε το πρώτο Δημόσιο Σχολείο Λεμεσού κατά το 1841.

Ο Χριστόδουλος Βασιλειάδης, διδάσκαλος ο οποίος δίδαξε ιδιωτικά στη Λεμεσό την Ελληνική γλώσσα από το 1834 ως το 1838. Πρόκειται για τον Ομοδίτη αγωνιστή Βασιλειάδη, ο οποίος πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες στο έθνος κατά την ελληνική επάνασταση του 1821. Αργότερα, ο Χριστόδουλος Βασιλειάδης μετανάστευσε στην Αίγυπτο. Ο Αρχιμανδρίτης της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου Μελέτιος Γ. Αγαθόβουλος, ο Γεώργιος Λουκάς φιλόλογος – λαογράφος, ο Στυλιανός Χουρμούζιος, o δάσκαλος Χριστόδουλος Χατζηθεοδούλου, ο οποίος το 1853 δίδασκε στο χωριό Βουνί της επαρχίας Λεμεσού,  ο Σοφοκλής Παυλίδης δημοδιδάσκαλος στη Λάρνακα και το Βαρώσι, ο Χριστόδουλος Ιωαννίδης Καθηγητής στη Λευκωσία.  Ο Θεόδωρος Νεστορίδης από το Όμοδος, απόφοιτος της Ελληνικής Σχολής της γενέτειράς του, ίδρυσε Ελληνικό σχολείο στη Σμύρνη κι αργότερα, το 1918 νηπιαγωγείο και Γυμνάσιο, τα οποία στοίχησαν τότε είκοσι χιλιάδες λίρες.  Το 1922 μετά την καταστροφή της Σμύρνης από τους Τούρκους ο Νεστορίδης πήγε στην Αθήνα όπου εγκαταστάθηκε.  Εκεί με τη βοήθεια του πρωθυπουργού Πλαστήρα ίδρυσε και διεύθυνε Γυμνάσιο.

Τα Ελληνιkά Γράμματα στο Όμοδος στήριξαν και οι Αρχιεπίσκοποι Μακάριος Α΄ (1854-1865) και Σωφρόνιος Β΄ (1865-1900) οι οποίοι ίδρυσαν εκεί Αλληλοδιδακτικό Σχολείο, στο οποίο δίδασκαν οι Μοναχοί της Μονής του Τιμίου Σταυρού.

Η λειτουργία της Ελληνικής Σχολής Ομόδους διακόπηκε το 1918. Ο κυριότερος λόγος ήταν η πώληση της μεγάλης κτηματικής περιουσίας της Ιεράς Μονής Τιμίου Σταυρού, από την οποία εξαρτόταν η ομαλή λειτουργία της Σχολής.

Η εφημερίδα ΄΄Πατρίς΄΄ σχολιάζοντας το κλείσιμο της Σχολής, σε άρθρο της το Σεπτέμβρη του 1914, έγραψε:

΄΄Η αρχαία Ελληνική σχολή Ομόδους η διατηρήσασα δια της αποτελεσματικής αυτής λειτουργίας καλήν μέχρι σήμερον φήμην, λειτουργήσασα δε επί διετίαν προ τίνος, αλλά κλεισθείσα εκ νέου ένεκα της εκκλησιαστικής ανωμαλίας της Κύπρου, νομίζομεν ότι πρέπει να επανιδρυθεί επί ασφαλεστέρων βάσεων και να επαναρχίσει την λειτουργίαν αυτής συμφώνως προς τον διακαή πόθον των κατοίκων.

Νομίζομεν ότι κατά την διακανόνησην του μοναστηριακού ζητήματος του Ομόδους εγένετο συνεννόησις τις προς επανίδρυσην της σχολής, δικαίως δε ήδη δυσφορούσιν οι κάτοικοι δια την παρέλευσιν του ζητήματος.  Το Όμοδος είναι κωμόπολις κεντρική και δύναται να αποβή δια της σχολής ταύτης κέντρον φωτισμού και γεωργικής μορφώσεως των εκεί πληθυσμών. Δεν βλέπομεν λοιπόν τον λογον, διατί δεν προβαίνουσιν εις ανασύστασιν της σχολής, εκείνοι εις τας χείρας των οποίων ευρίσκεται το ζήτημα.΄΄

Το Όμοδος λοιπόν, ένα από τ΄ αρχαιότερα χωριά της Κύπρου, διακρίθηκε ιδιαίτερα για τη φιλομουσία των κατοίκων του και λειτούργησε Σχολή Γραμμάτων, σε μια εποχή, που όλες σχεδόν οι πόλεις και κωμοπόλεις της Κύπρου, στερούνταν εκπαιδευτηρίων.

Μαθητές και διδασκάλοι του αρρεναγωγείου (1916)

 Ανωτέρα Ιδιωτική Ελληνική Σχολή

Το 1907 όταν χήρευε ο Επισκοπικός Θρόνος Πάφου και ανέλαβε ως Τοποτηρητής του ο διάκονος Πορφύριος Κυριακίδης, που ήταν παράλληλα και Πρόεδρος της διαχειριστικής επιτροπής, η οποία αποτελείτο από κατοίκους του Κτήματος, διορίστηκε ως διαχειριστής της Μονής Σταυρού Ομόδους, ο ιεροδιάκονος Στέφανος Κέλλουρας. Προηγουμένως ο μοναχός Κέλλουρας υπηρετούσε στην Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονα και με τον ερχομό του στο Όμοδος, χειροτονήθηκε ηγούμενος της Μονής του Τιμίου Σταυρού.

Ο ηγούμενος Στέφανος Κέλλουρας το 1907 με πρωτοβουλία του ίδρυσε στο Όμοδος ΄΄Ανωτέραν Ελληνικήν Σχολήν΄΄, η οποία λειτουργούσε σε δωμάτια της Μονής του Τιμίου Σταυρού.

Στη Σχολή φοιτούσαν μαθητές από το Όμοδος και από τα γύρω χωριά. Λειτούργησε μόνο για ένα χρόνο και έκλεισε για οικονομικούς λόγους. Επαναλειτούργησε το 1915 μέχρι το 1917, για να ξανακλείσει όμως οριστικά αυτή τη φορά, για τους ίδιους λόγους. Ήταν η περίοδος κατά την οποία η κτηματική περιουσία της Μονής του Τιμίου Σταυρού αγοράστηκε από τους κατοίκους Ομόδους και η Μονή, η οποία συνέδραμε ποικιλότροπα στην ομαλή λειτουργία της Σχολής, αποδυναμώθηκε οικονομικά.

Αφού το Όμοδος,  παρέμεινε για τριανταπέντε περίπου χρόνια, χωρίς Σχολείο Μέσης Εκπαίδευσης, το 1954 ευτύχησε να αποκτήσει Γυμνάσιο. Αυτό έγινε κατορθωτό, χάρη στις φιλότιμες προσπάθειες προοδευτικών κατοίκων και με τη βοήθεια και στήριξη του Μητροπολίτη Πάφου Φώτιου (1951-1959), ο οποίος διατηρούσε στενούς δεσμούς με την κοινότητα, η οποία εκκλησιαστικά ανήκει στη μητροπολιτική περιφέρεια Πάφου. Ο μακαριστός Φώτιος, κατά τους  καλοκαιρινούς μήνες, συνήθιζε να διαμένει στην εξοχική μητροπολιτική κατοικία που ήταν κτισμένη στο Όμοδος. Έτσι, ύστερα από μια σχετικά μακρόχρονη διακοπή παροχής ανώτερης μόρφωσης σε μαθητές της κοινότητας και των γειτονικών κοινοτήτων,  την 1η Σεπτεμβρίου 1953, λειτούργησε στο Όμοδος Γυμνάσιο, με την επίσημη ονομασία ΄΄Ελληνικό Γυμνάσιο Ομόδους΄΄. Αρχικά λειτούργησαν τρεις μόνο τάξεις που στεγάζονταν σε κελλιά της άλλοτε Ιεράς Μονής. Η χαρά και το χαμόγελο ξανάνθισαν στα πρόσωπα των χωρικών. Τα παιδιά τους, είχαν την ανέλπιστη ευκαιρία να συνεχίσουν τη μόρφωσή τους. Ανέλπιστη, γιατί σε εκείνα τα αποικιακά χρόνια, ελάχιστες ήταν οι κυπριακές κοινότητες που διατηρούσαν Σχολείο Μέσης Εκπαίδευσης. Η τριτάξια εκπαίδευση όμως δεν ήταν αρκετή. Ο αγώνας έπρεπε να συνεχιστεί, ώστε το Σχολείο να λειτουργήσει ως εξατάξιο. Τα χρόνια που ακολούθησαν  υπήρξαν πραγματικά δύσκολα. Το 1955 αρχίζει ο απελευθερωτικός αγώνας των Ελληνοκυπρίων και οι Άγγλοι κυβερνήτες αποφάσισαν πως δεν ήταν δυνατή η πληρωμή του διδακτικού προσωπικού από τα αποικιοκρατικά ταμεία. Παρά την απρόσμενη οδυνηρή εξέλιξη, οι κάτοικοι δεν πτοούνται. Καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια και κρατούν το Σχολείο σε λειτουργία. Και όχι μόνο αυτό, αλλά στη συνέχεια και για την ακρίβεια το 1961, πετυχαίνουν τη μετατροπή του σε εξατάξιο. Όλα αυτά μέσα από αρκετές δυσκολίες, κυρίως οικονομικές, μέχρι την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, οπότε η κυπριακή κυβέρνηση ανέλαβε τη συντήρηση του Σχολείου κτίζοντας και νεόκτιστο σχολικό κτίριο.

Το βιβλίο του Κώστα Παπαγεωργίου “Όμοδος – Ιστορία και Πολιτισμός”

This entry was posted in ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ. Bookmark the permalink.